Ο Παλαιός Ναός

Στη θέση όπου εθανατώθη το έτος 66 μ.Χ. ο Απόστολος Ανδρέας, δηλαδή στην παραλία των Πατρών, όπου τώρα ευρίσκεται ο παλαιός Ναός του υπήρχεν, ήδη από του 5ου αιώνος, ναός προς τιμήν του Αγίου. Ο παμπάλαιος εκείνος ναός είχε περιπετειώδη ιστορία δια μέσου των αιώνων, που εν πολλοίς αντιστοιχεί στις ιστορικές περιπέτειες της φυλής. Όπως φαίνεται, ο ναός αυτός ήταν κτισμένος στο χώρο όπου κατά την ειδωλολατρική εποχή ευρίσκετο περίβλεπτος ναός της Δήμητρος, πλησίον του οποίου υπήρχε πηγή του μαντείου αυτής της θεάς, γνωστού όντος ότι η Δήμητρα, μέσω των Ελευσινίων μυστηρίων και της συνδέσεώς της με τον Διόνυσο, είχε στενή σχέση με τη μαντική. Η πηγή αυτή ήδη από τη μεσαιωνική εποχή απεκαλείτο «πηγάδι του Αγίου Ανδρέου».

Στο ναό αυτόν του Αγίου προσήλθε προσκυνητής, πριν ακόμη γίνει αυτοκράτωρ, ο αρχηγέτης της Μακεδονικής δυναστείας Βασίλειος ο Μακεδών (9ος αιών), που σχετίζεται με την επιστροφή στην Πάτρα της αγίας κάρας κατόπιν μεσολαβήσεως της Δανιηλίδος. Ένα αιώνα αργότερα, επιστρέφοντας από την Κωνσταντινούπολη ο επίσκοπος Κρεμώνης Λουϊτπράνδος, πρεσβευτής του ηγεμόνος της Δύσεως Όθωνος Α’, είδε τον ναό του Αγίου Ανδρέου, καθ’ όν χρόνον διέπλεε τον Πατραϊκό κόλπο.

Η Κάρα του Αγ. Ανδρέου.

Η Κάρα του Αγ. Ανδρέου.

Την εποχή της Φραγκοκρατίας (ΙΓ’-ΙΕ’ αιών) ο ναός περιήλθε στους Φράγκους και λέγεται ότι σ’ αυτόν έγιναν το 1259 μ.Χ. οι γάμοι του (εκ Καλαμάτας) ηγεμόνος Γουλιέλμου Βιλλεαρδουΐνου με την κόρη του Δεσπότου της Ηπείρου Μιχαήλ Β’ Αγγέλου. Τότε ο ναός ήταν μητροπολιτικός και ωχυρωμένος στις τέσσαρες γωνίες του με πύργους για την απόκρουση των πειρατών.

Στους ορθοδόξους Πατρινούς απεδόθη εκ νέου την εποχή των Παλαιολόγων. Μάλιστα, ο τελευταίος αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντίνος Παλαιολόγος την 5.6.1429 μ.Χ. πρό του ναού αυτού έλαβε τα κλειδιά της πόλεως από τους προκρίτους της. Κατά τον ΙΗ’ αιώνα ο ναός επυρπολήθη από τους Τουρκαλβανούς κατά τα Ορλωφικά και δεν επετράπη από τους Τούρκους η ανοικοδόμησή του. Πάντως, από τα μέσα του ΙΗ’ αιώνος υπήρξε ενοριακός ναός. Το δε έτος 1830 αναφέρεται ως ενορία με εφημέριο εκ Πατρών.

Το έτος 1836, με πρωτοβουλία 148 Πατρινών πολιτών, επί της Βασιλείας του Όθωνος, άρχισε η ανέγερση ναού Αγίου Ανδρέου στην ανωτέρω θέση. Η κατασκευή του επερατώθη το 1843. Ο ναός για ένδεκα χρόνια (από 1845-1856) διετέλεσε μητροπολιτικός, ενώ προηγουμένως καθεδρικός ήταν ο Ναός Παντοκράτορος.

Ο Σταυρός του μαρτυρίου του Αποστόλου Ανδρέου.

Ο Σταυρός του μαρτυρίου του Αποστόλου Ανδρέου μέσα στη θήκη του.

Ο ναός είναι ένα περίτεχνο αρχιτεκτονικό και ιστορικό πλέον μνημείο, κτισμένο σε ρυθμό τρίκλιτης Βασιλικής, αποτελεί δε έργο του Θεσσαλονικέως αρχιτέκτονος Λυς. Καυταντζόγλου. Τα τρία κλίτη χωρίζονται από δυο σειρές εκ πέντε κιόνων εκάστη κορινθιακού ρυθμού με επιχρυσωμένα κιονόκρανα. Έχει διακοσμηθή με περίτεχνες και σπάνιας τέχνης αγιογραφίες, τόσον στο τέμπλο (το υπάρχον είναι έργο του 1885), όπου είναι διάχυτο το αισθητικό ύφος της επτανησιακής σχολής, όσον και στις αγιογραφίες της οροφής, όπου εικονίζονται, εις μεν το αριστερό και δεξιό κλίτος ολόσωμοι οι Παλαιοδιαθηκικοί Προφήτες, εις δε την οροφή του μεσαίου και πλατυτέρου κλίτους οι τέσσαρες Ευαγγελισταί και οι Απόστολοι, με επικεφαλής τους δυο πρωτοκορυφαίους. Οι αγιογραφίες αυτές είναι έργο του Δ. Βυζαντίου, συγγραφέως του γνωστού θετρικού έργου «Βαβυλωνία».

Όπως ελέχθη, στο Ναό αυτόν φυλάσσεται και προβάλλεται προς προσκύνηση το τεμάχιο του δακτύλου του Αγίου, που το 1847 εδώρησε ο Ρώσος ευγενής Ανδρέας Μουράγιεφ.